Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Μουσικές και κινηματογραφικές επαναστάσεις

Αν θες να λέγεσαι καλλιτέχνης ..... .Παραφράζοντας τον τίτλο του ποιήματος του Τάσου Λειβαδίτη έγραψα στο προηγούμενο άρθρο ποιός κατά τη γνώμη μου είναι ο πραγματικός καλλιτέχνης.Ένα λαμπρό παράδειγμα του προαναφερθέντος "ορισμού" ,αν θα μπορούσαμε να εκφραστούμε έτσι,αποτελεί αναμφισβήτητα ο Μπρεχτ,ο οποίος έμεινε πάντοτε πιστός στο όραμά του καταδεικνύοντας με τον πιο καυστικό και εμφανή τρόπο τις ταξικές αντιθέσεις του καπιταλισμού,την κοινωνική αδικία που αποτελεί αναπόσπαστο ζωτικό μέρος αυτού,τις ανισότητες και την εκμετάλλευση ως συστατικά του. Στο σημερινό άρθρο θα αναφερθώ σε ορισμένες καλλιτεχνικές πολιτιστικές επαναστάσεις,οι οποίες γεννήθηκαν και γνώρισαν ιδιαίτερη ανάπτυξη σε περιόδους που οι αντιφάσεις του καπιταλισμού οξύνθηκαν σε τέτοιο σημείο  και έγιναν τόσο πρόδηλες ώστε να ξεφυτρώσουν εστίες αντίστασης που κατέκριναν και καταδίκαζαν τα πολυσήμαντα και πολυδιάστατα προβλήματα του καπιταλιστικού συστήματος,τα οποία,ως γνωστόν,πηγάζουν ευθέως από τη μήτρα της "μητέρας",του καπιταλισμού δηλαδή.Συγκεκριμένα θα μεταφερθούμε με ένα ταξίδι στο χρόνο στην Αγγλία της δεκαετίας του 1970 αλλά και του 1980,σε μία Αγγλία, όπου ο νεοφασισμός γνώριζε μια ιδιαίτερη άνθιση λόγω των συνθηκών και των περιστάσεων που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στο νησί.Σε αυτή την πρωτοφανή νέα εμφάνιση της ρατσιστικής βίας  και ενός ωμού ρατσιστικού μίσους απέναντι σε οτιδήποτε ξένο αναφέρεται και η ταινία "This is England".Ένα τεράστιο κύμα στυγνού μένους με πολυάριθμες δολοφονικές επιθέσεις ενάντια σε μετανάστες και η έξαρση της ξενοφοβίας είναι τα συστατικά στοιχεία που διαμορφώνουν μία εκρηκτική ατμόσφαιρα στην Αγγλία,η οποία έχει πια εισέλθει για τα καλά σε έναν πολυτάραχο βίο,τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά.Ωστόσο, η απάντηση σε αυτή την κατάσταση που τάραζε την Μεγάλη Βρετανία έρχεται εν μέρει από τη μουσική σκηνή,η οποία συνέβαλε αρκετά στην καταπολέμηση της εξάπλωσης αυτού του τέρατος,του φασισμού, και στην διείσδυση του μέσα στην κοινωνία.Νέες μπάντες έκαναν την εμφάνισή τους με ενα καθαρά πολιτικό στίχο που η αιχμή του βέλους τους ήταν αρκετά κοφτερή ακσώντας δριμεία κριτική σε κάθε πρόβλημα,που προσπαθούσε να απλώσει  τα πλοκάμια του σε ένα όλο και πιο ευρύ χώρο μέσα στην κοινωνία ώστε αυτή να νοσήσει ολοκληρωτικά καταλύοντας και διαλύντας κάθε μορφή άμυνας.Αυτές οι κοινωνικές ασθένεις βρέθηκαν στο στόχαστρο των συγκροτημάτων,τα οποία έγιναν αυτόματα φορείς υγειέστατων ιδεών και αποτέλεσαν μια ισχυρή γραμμή άμυνας του οργανισμού της κοινωνίας ώστε τουλάχιστον το τμήμα αυτής που δεν είχε προσβληθεί από την ασθένεια να μείνει αλώβητο.Τέτοια συγκροτήματα βεβαίως ήταν για παράδειγμα τα ακόλουθα The Clash,The Adicts,Dead Kennedys,Sex Pistols κ.α. ενώ δεν θα πρέπει να ξενάμε και την δημιουργία του κινήματος "Ροκ ενάντια στον Ρατσισμό" που μαζί με την λεγόμενη "Αντιναζιστική Λίγκα"  συνέταξαν ένα ισχυρό μέτωπο αντίστασης και πάλης ενάντια στο ρατσιστικό φαινόμενο.Παρόμοιες όμως πρωτοβουλίες από την μεριά των καλλιτεχνών και συγκεκριμένα των μουσικών παρατηρούμε και σε άλλες χρονικές περιόδους που ο καπιταλισμός προσπαθει να εξασφαλίσει την επιβίωσή του καταφεύγοντας σε απάνθρωπους τρόπυς δράσης.Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και ο πόλεμος στο Βιετνάμ για τον οποίο έχουν γραφτεί χιλιάδες τραγούδια και έχουν γυριστεί εκατοντάδες ταινίες.Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ακόλουθες ταινίες "Full Metal Jacket" ,"Jonny got his gun" ,"The deer hunter" και τα εξής τραγούδια World gone mad των Beastie Boys και άλλα του Bob Dylan.Επίσης παραθέτουμε δύο άρθρα που δημοσιεύτηκαν στον Ριζοσπάστη  την Τετάρτη 11 Αυγούστου και την Πέμπτη  12 Αυγούστου του 1999 αντίστοιχα
ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 1898-1998
Πολεμικές και αντιπολεμικές ταινίες(Α ΜΕΡΟΣ)
"Δεν πρόκειται για κατηγόρια, ούτε για εξομολόγηση,
και πολύ λιγότερο για περιπέτεια. Γιατί ο θάνατος δεν
είναι περιπέτεια γι' αυτούς που στέκονται πρόσωπο με
πρόσωπο απέναντί του".
ΕΡΙΧ ΜΑΡΙΑ ΡΕΜΑΡΚ στο
αντι-πολεμικό του έργο "Ουδέν Νεώτερον
από το Δυτικόν Μέτωπο"
ΜΕΡΟΣ Α:
ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Η Τέχνη με τους καθρέφτες, ο κινηματογράφος, δρα με το σύνολο των απεικονίσεων μιας κοινωνίας, αλλά και μέσα στο σύνολο αυτό, σαν γνήσιο προϊόν των κοινωνικών συνθηκών. Από τα τέλη του 19ου αιώνα ο κόσμος θα ζήσει τη βιομηχανική επέκταση, τη μεταβολή του τοπίου, την παρουσία των μεγαλουπόλεων και θα αντιμετωπίσει τα δυο Παγκόσμια Ολοκαυτώματα του 20ού. Τα τελευταία, με τη συγκινησιακή τους δύναμη έδωσαν πολύμορφο υλικό στους σκηνοθέτες και τους παραγωγούς για ταινίες πολεμικές και αντι-πολεμικές, που επαναφέρουν την εμπειρία του πολέμου στην οθόνη. Η διαφορά των δυο ειδών, που είναι τεχνικά μικρή και γι' αυτό συχνά ανυποψίαστη, έγκειται στη συλλογιστική τους. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παρουσίαση, που αποτελεί και το ηθικό μέρος που διακινεί η ταινία. Οι πολεμικές δίνουν το προβάδισμα στην περιπέτεια εξωραϊζοντας τη δράση ενός πρωταγωνιστή άτρωτου, με ικανότητες ηρωικές, προτρέποντας τους πολίτες για ανάλογες επιδόσεις αν η ανάγκη το απαιτήσει. Στις πρώτες πολεμικές ταινίες που γυρίστηκαν αρκούσε το παράτολμο θάρρος του ήρωα. Αργότερα προστέθηκε η βία και το αίμα, απόρροια της εξέλιξης των οπτικοακουστικών προτιμήσεων που διαμόρφωσε η πρόοδος της κοινωνίας. Τα διάφορα σημεία εντυπωσιασμού είναι το σημαντικότερο στοιχείο μιας πολεμικής ταινίας, ενώ η ίδια η κόλαση του πολέμου ως συνολική επίδραση πάνω στο ανθρώπινο γένος μπαίνει σε δεύτερο πλάνο. Μυθοποιημένες αποδράσεις από φυλακές και στρατόπεδα, κατασκοπεύσεις, βομβαρδισμοί ή στιγμές επικές από ιστορικές μάχες είναι τα θέματα που προορίστηκαν να ψυχαγωγήσουν, ενθαρρύνοντας παράλληλα το εθνικό φρόνημα και το φανατισμό του πολίτη απέναντι στον "εχθρό". Σε τέτοιες ταινίες δράσης και επιρροής ο Καλός και ο Κακός εμφανίζονται σε απόλυτα διευκρινισμένους ρόλους και το κοινό ταυτίζεται αυθόρμητα με τη θέση του σκηνοθέτη, κατευθυνόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο άμεσα σε προβλεπόμενες και συγκεκριμένες αντιλήψεις. Ομως ο κινηματογράφος, σαν κοινωνική μηχανή που εμπεριέχει, αλλά και παράγει συμβολισμούς και ιδεολογήματα, χρησιμοποιήθηκε συχνότατα και για αντιδημοκρατικούς σκοπούς, όπως για την ενίσχυση του θρησκευτικού φανατισμού, του ρατσισμού και της πολεμοκαπηλίας, που αποτελούν μορφές έκφρασης του ιμπεριαλισμού.
Οι αντι-πολεμικές ταινίες, πάλι, έχουν πασιφιστικό ρόλο. Αποτελούν κι αυτές ένα ρεαλιστικό θέμα και θέαμα, που όμως αποβλέπουν να αποκαλύψουν μέσα από την όλη ωμότητα του πολέμου την αδικία του. Είναι εκείνες που ξεσηκώνουν αγανάκτηση και αλληλεγγύη για τον ανθρώπινο πόνο και "διδάσκουν" ειρήνη. Εδώ ο πρωταγωνιστής είναι τρωτός, ανθρώπινος και ούτε διευκρινίζεται "ποιος φταίει", γιατί δεν έχει αυτό την προτεραιότητα. Τα αντι-πολεμικά φιλμ κατεργάζονται το θέμα του πολέμου με ευρύτερη οπτική και ουμανιστική προσέγγιση, καταλήγοντας στο επίμαχο σημείο: Πως όλοι οι λαοί τελικά, ανεξαιρέτως στρατοπέδου, είτε ανήκουμε σε αυτούς που αμύνονται, είτε σε εκείνους που επιτίθενται, είμαστε θύματα της ίδιας ιμπεριαλιστικής πολιτικής.
Ο βωβός κινηματογράφος
Οι πρώτες πολεμικές ταινίες ανάγονται στην εποχή του βωβού κινηματογράφου και του ασπρόμαυρου φιλμ. Αλλά όλες οι σημαντικότερες επιτεύξεις, από τη "Γέννηση ενός Εθνους" του Αμερικανού Γκρίφιν έως το "Θωρηκτό Ποτέμκιν" του Σοβιετικού Αϊζενστάιν θα γίνουν στο ασπρόμαυρο φιλμ, θα εκτιμήσει ο θεωρητικός του κινηματογράφου S. Kracauer. Στα τέλη του 19ου αι. ο κινηματογράφος, που - όπως κι οι υπόλοιπες τέχνες - καθορίζεται από τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις και από τις επαναστατικές μορφολογικές αλλαγές, αλλάζει πρόσωπο. Η θρησκευτική αντίληψη που είχε σαν βάση την πίστη και τον ασκητισμό εμφανίζει σημάδια παρακμής και παρεμβαίνει δυναμικά ο επιστημονικός υλισμός, που απορρίπτει τη μεταφυσική και στηρίζεται στην παρατήρηση, στο πείραμα και στην τεχνολογική αποφασιστικότητα. Αυτό θα φανεί στην τεχνική του κινηματογράφου που διαρκώς αυτονομείται, αλλά και στη θεματολογία του, που διαρκώς εμπλουτίζεται. Ετσι, το 1898 που η Αμερική διεκδικεί πολεμικά τις, έως τότε ισπανικές, αποικίες της Κούβας, του Πόρτο Ρίκο και των Φιλιππίνων, θα γυρίσει την πρώτη πολεμική ταινία "Αποσπώντας την Ισπανική Σημαία" ("Tearing Down the Spanish Flag"), διάρκειας 90 λεπτών. Το φιλμ απεικονίζει την περιρρέουσα κατάσταση της εποχής του αμερικανο-ισπανικού πολέμου και διαμορφώνει συγκεκριμένη κοινή γνώμη πάνω στο μείζονα θέμα της εποχής.
Ο κινηματογραφικός φακός στον πόλεμο
Το 1914, η Γερμανία, που ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες διεκδικεί εδαφική ανακατανομή του κόσμου, θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της Αντάντ (Συνασπισμός της τσαρικής Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας). Ο Ντ. Γκρίφιθ το 1915, στην καρδιά του Α Παγκοσμίου, σκηνοθετεί το "Γέννηση ενός Εθνους" ("Birth of a Nation"), ανακαλώντας τις αντιδικίες περί κατανομής εδάφους και δικαιωμάτων μεταξύ Βορείων και Νοτίων, αρχίζοντας την εξιστόρηση από τη μεταφορά των σκλάβων του 17ου αιώνα από την Αφρική στην Αμερική και καταλήγοντας στον εμφύλιο του 1861-65. Τα απροκάλυπτα στοιχεία ρατσισμού της ταινίας ξεσήκωσαν την αντίδραση της αντι-ρατσιστικής NAACP, αφού μάλιστα το φιλμ βασίστηκε στο βιβλίο του Ρ. Ντίξον "Ο άνθρωπος της οργάνωσης Κλαν" ("The Clansman"), βιβλίο που μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται για τη στρατολόγηση μελών της Κου Κλουξ Κλαν. Παρά το αμφιλεγόμενο θέμα, οι σκηνές μάχης στο "Γέννηση ενός Εθνους" του Γκρίφιθ παρέμειναν αξεπέραστες και ήταν από τους πρώτους που συνέλαβαν την αναντικατάστατη αξία του γκρο-πλαν και την αξιοποίησαν. Επειτα, οι μεγάλες εισπράξεις της ταινίας έκαναν το Χόλιγουντ να συνειδητοποιήσει την εισπρακτική αξία των φιλμ προπαγάνδας. Ο Γκρίφιθ το 1918 θα γυρίσει και το "Καρδιές του Κόσμου" ("Hearts of the World"), ένα φιλμ έντονων αντι-γερμανικών συναισθημάτων που καταλήγει δικαιώνοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη συμμετοχή τους στον Ευρωπαϊκό Πόλεμο.
Και στη μεταπολεμική περίοδο
Το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου (1920) βρίσκει την κινηματογραφική βιομηχανία στη Δανία να παρακμάζει. Η ίδια παρακμή συναντάται και στον ιταλικό κινηματογράφο που αρχικά, το 1905, είχε σημειώσει άνοδο. Τότε στρεφόταν σε θέματα θρησκευτικά ("Κβο Βάντις", "Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ") και προγονολατρικά ("Η Αλωση της Τροίας", "Τελευταίες Μέρες της Πομπηίας"), εκφράζοντας τις διαθέσεις της εποχής που ζητούσαν σταθερή Ιταλία και ενωμένη και απαιτούσαν αυξημένο εθνικό και θρησκευτικό συναίσθημα, για να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος στην πρόσφατη ενοποίηση. Αλλά οι ντίβες της Τσινετσιτά και οι μετέπειτα οικονομικές δυσκολίες που προέκυψαν από τον Α Παγκόσμιο Πολέμου καταδίκασαν στο χάος τον ιταλικό κινηματογράφο παρά τις οικονομικές ενισχύσεις της κυβέρνησης Μουσολίνι.
Αντιθέτως, στη μεταπολεμική περίοδο οι παραγωγές στη Σοβιετική Ενωση και τη Γερμανία αναπτύχθηκαν, ενώ η Γαλλία παρέμενε ακόμα σε στάδιο πειραματικό. Η Γερμανία ως χώρα - επιδρομέας έδωσε έμφαση στο συναίσθημα με τον εξπρεσιονισμό (Ρόμπερτ Βίνε), στο φουτουρισμό και τη μυθολογία (Φριντς Λανγκ) και στην ψυχολογία (Βίλεμ Μούρναου), ενώ η Σοβ. Ενωση, με την πρόσφατη Οχτωβριανή Επανάσταση, έδωσε θέματα πολεμικά - επικά, δημιουργώντας μια αξιόλογη κινηματογραφική αισθητική με πολιτικό χαρακτήρα. Ο Σεργκέι Αϊζενστάιν, που το 1998 συμπληρώθηκαν και τα δικά του εκατόχρονα από τη μέρα της γέννησής του, αν και ξεκίνησε σπουδάζοντας αρχιτέκτονας - μηχανικός, κατέληξε σκηνοθέτης με μυθική ισχύ στην παγκόσμια κινηματογραφική ιστορία. Υποστηρικτής της Ρωσικής Επανάστασης, θεωρητικός του μαρξισμού, με κουλτούρα μεγαλοφυή, σκηνοθετεί κατά παραγγελία της σοβιετικής κυβέρνησης το αριστουργηματικό "Θωρηκτό Ποτέμκιν" ("Bronenosets Potemkin", 1925) και τον "Οχτώβρη" ("Oktyabr", 1927), γνωστότερο με τον τίτλο "Οι Δέκα Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο". Οι ταινίες δοξάζουν την προλεταριακή επανάσταση κι αφήνουν εμβρόντητο τον καλλιτεχνικό κόσμο που αναγκάζεται να παραδεχτεί τη μεγαλοφυϊα του Αϊζενστάιν που έστησε ανυπέρβλητα φιλμ κρατικής προπαγάνδας. Το ενδιάμεσο έργο του, "Βήματα της Οδησσού", δημιουργεί σχολή στην τότε πορεία του κινηματογράφου με τις δυνατές και γρήγορες εναλλασσόμενες σκηνές, που περιγράφουν τη σφαγή πολιτών από στρατιώτες του τσάρου κατά την πρώτη ρωσική επανάσταση του Οκτώβρη 1905. Γενικά το σκηνοθετικό του έργο, που ανάγεται στην εποχή του βωβού ακόμα κινηματογράφου, αλλά συγκλονίζει μέχρι σήμερα τον καλλιτεχνικό κόσμο, υπήρξε κυρίως διδακτικό, χρησιμοποιώντας θέματα από την εποχή της τσαρικής καταπίεσης με ήρωες αγρότες κολεκτίβων. Ο επίσης διαλεκτικός, ουκρανικής καταγωγής Ντοβζένκο, θα σκηνοθετήσει το 1939 το "Ξεσήκωμα ενός Λαού" (STORTS), που αναφέρεται στην ουκρανική επανάσταση και στο ποιητικό της σύμβολο Στορτς Νικολάι, του γιατρού που σκοτώθηκε το 1919, σε ηλικία 24 ετών. Ακολούθησαν και αντι-πολεμικές αριστουργηματικές ταινίες, όπως το "Οπλοστάσιο" του ίδιου σκηνοθέτη, αλλά και πολιτικές, που υποβοηθούσαν στην εδραίωση του νέου καθεστώτος, όπως ο "Ο Λένιν στα 1918" του Μιχαήλ Ρομ, που δίνει έμφαση στην ανθρώπινη πλευρά του Ρώσου ηγέτη και το σημαντικότατο ντοκιμαντέρ του Βέρτσοφ "Τρία Τραγούδια για τον Λένιν". Γενικότερα, ο μετα-επαναστατικός ρωσικός κινηματογράφος προσπαθεί να διδάξει τους εργάτες να σκέφτονται διαλεκτικά: Με τα προπαγανδιστικά του μηνύματα θα επιδιώξει να μετουσιώσει την ελλιπή ψυχολογία της μάζας που παρέλαβε, σε συνειδητό θεατή.

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 1898-1998
Πολεμικές και αντιπολεμικές ταινίες(Β ΜΕΡΟΣ)
Από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έως σήμερα

Μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, θα επικρατήσει η τάση για πολιτιστικές συγκρίσεις και το θέμα της σύγκρουσης Ανατολής - Δύσης θα γίνει ιδιαίτερα προσφιλές.
Παράλληλα θα εμφανιστεί και άμβλυνση των αξιών σχετικά με το αιτιολογικό των πολεμικών επιχειρήσεων, που κάποτε γίνονταν στο όνομα της πατρίδας, της οικογένειας, του Θεού. Την τελευταία τριακονταετία του αιώνα μας ζούμε σε εποχή μακιαβελικών πολέμων που δικαιολογούνται ως "νομοτελειακή αναγκαιότητα προς χάριν της Ειρήνης" (Βιετνάμ, Σομαλία, Ιράκ, Γιουγκοσλαβία). Ο πολιτικός κυνισμός παράγει δική του ηθική και στηρίζει τον οικονομικό επεκτατισμό και ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται ιδεολογικά άστεγος. Προπαγανδίζεται η θεωρία του πλουραλισμού λόγω της νέας στρατηγικής που ανατέλλει, αυτής του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού και της διάσπασης της κοινωνίας σε δυο κύριες τάξεις, την αστική και την εργατική. Ο δυτικός κινηματογράφος, ο γνησιότερος εκπρόσωπος της "νέας τάξης πραγμάτων", φωταγωγεί επιλεκτικά την κοινωνική πραγματικότητα και διασπείρεται ολοένα από βιαιότερες παραγωγές που θυμίζουν τον "άρτο και θεάματα" στη Ρώμη της παρακμής. Η εκσυγχρονισμένη πολεμική ταινία, εμπλουτισμένη με εντυπωσιακά εφέ και άφθονο αίμα, μετατρέπεται σε αποκαλυπτικό εγχειρίδιο ρεαλισμού και δημιουργούνται εντυπώσεις με χαρακτηριστικό ιδεολογικό φορτίο. Το είδος τέρπει τον θεατή, που εξουθενωμένος από το βάρος του καθημερινού μόχθου, δε φιλτράρει το υλικό που του προσφέρεται για ψυχαγωγία και καταλήγει να εξοικειώνεται με τη βία στο θέαμα και κατά συνέπεια με τη βία στη ζωή του. Παρόλο που όχι μόνο η αγορά, αλλά και ο ίδιος έχει αλλάξει. Είναι πια λιγότερο ο παλιός παθητικός καταναλωτής και περισσότερο ο "συνένοχος".
Ο πόλεμος αφήνει τα σημάδια του
Στη δεκαετία 1940-50 του ιταλικού νεορεαλισμού θα παρουσιαστούν κάποιες αντι-πολεμικές ταινίες, όπως το "Να Ζεις με Ειρήνη" του Λουίτζι Τζάμπα, κατά κανόνα όμως ο μετέπειτα ιταλικός κινηματογράφος θα στραφεί στο κοινωνικό φιλμ (Αντονιόνι, Φελίνι). Με το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου μέσα από τη γενναία αυτοκριτική προοδευτικών σκηνοθετών θα εμφανιστούν και γερμανικές αντι-πολεμικές ταινίες, όπως "Οι Δολοφόνοι Βρίσκονται Μεταξύ μας" του Βόλφγκανγκ Στράουντε, η σάτιρα των μεταπολεμικών συνθηκών του Στέμλε "Βερολινέζικος χορός", η "Τελευταία Γέφυρα" του Χέλμουτ Κόιτνερ και η "Πτώση της 6ης Στρατιάς" από τον Αλεξ. Κλούγκε.
Η Σοβιετική Ενωση πάλι με τ' αναρίθμητα θύματα του Β Παγκοσμίου Πολέμου μένει για πολλά χρόνια προσκολλημένη στο θέμα του πολέμου και γυρίζει πλήθος αντι-πολεμικών ταινιών, όπως το "Εκείνη που Υπερασπίζει την Πατρίδα" του σημαντικού Εμλερ, το κορυφαίο έργο του Μιχαήλ Καλατόζοφ, "Οταν Πετούν οι Γερανοί" ("Lefyat Zhuravli", 1957), όπου καταγράφεται η βία και η αδικία του Β Παγκοσμίου Πολέμου, και τη βραβευμένη στην Ευρώπη αντιπολεμική ελεγεία "Μπαλάντα του Στρατιώτη" (1959), από τον πνευματικό απόγονο του Μαγιακόφκι, σκηνοθέτη Τσουχράι. Το 1965 ο Τζίλο Ποντεκόρβο, γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στη Σοβ. Ενωση μετά τον πόλεμο, θα σκηνοθετήσει τη "Μάχη της Αλγερίας" ("La Bataille d' Alger). Η ταινία είχε πρωτοτυπήσει με την αυθεντικότητα της σκηνοθεσίας της. Γυρίστηκε στην Κάσμπα της Αλγερίας, στην πόλη - κοιτίδα της αλγερινής επανάστασης και οι κομπάρσοι ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Ιστορίας.
Στη Γαλλία ο Ρ. Μπρεσόν βραβεύεται στις Κάννες για το "Οπου Φυσάει ο Ανεμος" (1956), που αναφέρεται στην προσπάθεια απόδρασης ενός αντιστασιακού από τις φυλακές των ναζί λίγο πριν την εκτέλεσή του, και ο Ζαν Λικ Γκοντάρ σκηνοθετεί το 1963 τον πόλεμο σε όλα του τα πρόσωπα της βίας, της απάτης, της απληστίας, της παράνοιας, του θανάτου, στο "Les Carabiniers". Το 1964 ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ γυρίζει μια σατιρική αντι-πολεμική κωμωδία φαντασίας "Δρ. Στρέιντζλαβ" ("Dr Strangelove" ή "How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb") με τον Πίτερ Σέλερς σε τρεις ταυτόχρονα ρόλους να εμφανίζει με κωμικό τρόπο την αντιστοιχία μεταξύ πολέμου, ερωτικής ψύχωσης και εγκλήματος. Η ταινία περιγράφει την εποχή του Ψυχρού Πολέμου Αμερικής και Ρωσίας, τότε που καλλιεργήθηκε έντονα στον Δυτικό Κόσμο (ΗΠΑ και Ευρώπη) η θερμοπυρηνική απειλή. Γι' αυτό πρωταγωνίστριες του Κιούμπρικ θα είναι και μερικές πυρηνικές βόμβες 50 μεγατόνων που βρίσκουν το στόχο τους, αφήνοντας τη Γη δίχως ίχνος ανθρώπου, υπενθυμίζοντας μέσα από τα παραθυράκια του καυστικού μαύρου χιούμορ πως η τεχνολογία με τα πυρηνικά της όπλα έχει φτάσει να απειλεί την ανθρωπότητα.
Στην Πολωνία ο Andrzej Wajda, μέλος της Αντίστασης από τα 16 του χρόνια, έδωσε κατ' εξοχήν αντι-πολεμικά φιλμ που αναφέρονταν στα αποτελέσματα του πολέμου, όπως η τριλογία του 1956-58 "H Γενιά" ("Pokolenie"), "Kanal", "Στάχτες και Διαμάντια" ("Popioli I diament"). Αλλά και κατοπινά έργα του, όπως το "Τοπίο μετά τη Μάχη" ("Krajobraz po bitwie", 1970), έχουν σαν θέμα τον πόλεμο και τις καταστροφές του. Γενικά ο Wajda ασχολείται με τον επικό κινηματογράφο και ο πόλεμος και η πολιτική έχουν βαθιά σημαδέψει τη δουλιά του, όπως φαίνεται κι απ' το "Δαντόν" (1982) που γύρισε έξω από την Πολωνία και αναφέρεται στη Γαλλική Επανάσταση. Ο Ιταλός σκηνοθέτης Τζουρλίνι θα γυρίσει το 1976 τη "Μεγάλη Νύχτα των Συνταγματαρχών" ("Il Deserto dei Tartari"), μια ταινία πολεμική που λαμβάνει χώρα στη σφαίρα της φαντασίας, με πρωταγωνιστές τους στρατιώτες ενός φανταστικού χωριού που συνορεύει με μια επίσης φανταστική έρημο. Πρόκειται για μια πολεμική ταινία - μύθο πάνω στην αξία του απροσδόκητου, που δίνει το νόημα στη ζωή κι ας καταλήγει στο θάνατο.
Ο Γιαπωνέζος Ναγκίσα Οσιμα θα γυρίσει το "Καλά Χριστούγεννα, Κύριε Λόρενς" (1983), βρετανο-γιαπωνέζικη συμπαραγωγή που αναφέρεται στις σκληρές και ιδιόμορφες συνθήκες αιχμαλωσίας ενός Βρετανού από τους Γιαπωνέζους κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλοι σκηνοθέτες (Ακίρα Κουροσάβα, Σινόντα Μασαχίρο), που γύρισαν επίσης πολεμικές ταινίες, ασχολήθηκαν κυρίως με τη δράση των Σαμουράι. Στην Ινδία πάλι, ο κινηματογράφος κινήθηκε κατά κανόνα γύρω από κοινωνικά, μελοδραματικά θέματα ή πολιτικά, με κορυφαίο τον μαρξιστή σκηνοθέτη M. Σεν.
Το Βιετνάμ...
Στο μεταξύ βραβεύεται στην Αμερική το αντι-πολεμικό "Από Εδώ ως την Αιωνιότητα" ("From Here to Eternity", 1953) του Φρεντ Ζίνερμαν από το βιβλίο του Τζ. Τζόουνς, όπου εμφανίζεται ρεαλιστικά η φρίκη και η μοναξιά του πολέμου στην προσωπική ζωή των στρατευμένων και των γυναικών τους. O Βρετανός Ντ. Λιν γυρίζει το αντι-πολεμικό δράμα του Γάλλου συγγραφέα Π. Μπουλ "Η γέφυρα του ποταμού Κβάι" (1957) με τον Αλεκ Γκίνες, που αναφέρεται σε αληθινό γεγονός στη Βιρμανία του βρετανο-ιαπωνικού πολέμου και τον τετράωρο επικό "Λόρενς της Αραβίας" (1962) με τον σαιξπηρικό Ο' Τουλ.
Ο πόλεμος του Βιετνάμ τη δεκαετία του '60-'70 θα δημιουργήσει την ανάγκη για πολλές ταινίες πολεμικού σοβινισμού, όπως τα "Κανόνια του Ναβαρόνε" του Λι Τόμσον, που ανακαλεί ηρωικούς σαμποτέρ των Γερμανών, το "317ο Τάγμα" του Πιερ Σεντερφέρ πάνω στον πόλεμο της Ινδοκίνας, το "Τοra, Tora, Tora" αμερικανο-γιαπωνέζικη συμπαραγωγή που αφορά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, την αυτοβιογραφία "Πάτον" που εκθειάζει τον Αμερικανό στρατηγό του Β Παγκοσμίου Πολέμου κ. ά.
Το 1977 ο χαμηλών τόνων αρμενικός κινηματογραφικός θα ξαφνιάσει με το "Νάαπετ" του Γκένρικ Μαλιάν. Ταινία με αρμένικο φολκλόρ, βασισμένη στη Γενοκτονία των Αρμενίων του 1915 από τους Τούρκους, απ' όπου ο χωριάτης Νάαπετ επιβιώνει για να μας μεταφέρει με φλας - μπακ στις μέρες της Μεγάλης Σφαγής. Ο Σαμ Πεκινπά θα δώσει στον "Σιδηρού Σταυρό" ένα δείγμα των δύο κλασικών πρωταγωνιστών, του Καλού και του Κακού, που αντιπαρατίθενται στον πόλεμο, τονίζοντας τη μιλιταριστική και φασιστική νοοτροπία του Πρώσου αξιωματικού. Η Αμερική, δέκα χρόνια περίπου μετά τη συμμετοχή της στον αλόγιστο πόλεμο του Βιετνάμ, φωταγωγεί έστω κι έμμεσα το λάθος της και με μια σειρά ταινιών το καταγράφει ρεαλιστικά. Ιδιαίτερη αίσθηση κάνει η παρουσίαση του σχετικού πολέμου της βίας και του παροξυσμού, στο έργο του Μάικλ Τσιμίνο, "Ο Ελαφοκυνηγός" ("The Deer Hunter", 1978). Στην ταινία περιγράφεται η ελαφρότητα με την οποία αφαιρούσαν τη ζωή, σαν παιχνίδι ζωής και θανάτου, μέσα απ' τη μυθιστορηματική ιστορία τριών φίλων κι εργατών χαλυβουργείου που θα πολεμήσουν τους Βιετκόνγκ. Ο Φρ. Φορντ Κόπολα θα παρουσιάσει επίσης τον τρόμο, την τρέλα και το ανώφελο του πολέμου του Βιετνάμ στη σουρεαλιστική ταινία - στοχασμό "Αποκάλυψη τώρα" (1979), εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Τζόζεφ Κόνραντ "Καρδιά του Σκοταδιού". Το 1981 ο αυστραλέζικος κινηματογράφος θα παρουσιάσει από τον Πίτερ Γουέιρ το "Καλλίπολη 1915" ("Gallipoli"), ταινία κατά το ήμισυ ειρηνική και κατά το ήμισυ πολεμική. Αισθήματα όπως ο αγνός ιδεαλισμός, ο ενθουσιασμός και η φιλία δυο Αυστραλών στρατιωτών που μετέχουν στον πόλεμο της Καλλίπολης (Τουρκία) θα μετατραπούν κάτω από τη σκληρότητα της μάχης σε παραφροσύνη.
Ο "καλός" και ο "κακός"
Το 1981, ο Βόλφγκανγκ Πέτερσεν και ο γερμανικός κινηματογράφος θα δώσει το πιο πολυδάπανο γερμανικό φιλμ που έγινε ποτέ, 40 εκατ. δολαρίων με σημερινές τιμές, "Das Boot" (Το Υποβρύχιο), τιμώντας τους Γερμανούς του Β Παγκοσμίου Πολέμου που έχασαν τη ζωή τους υπηρετώντας στα υποβρύχια: Από τους 40.000 στρατιώτες, οι 30.000 δε γύρισαν ποτέ πίσω. Θ' ακολουθήσουν, μεταξύ άλλων, οι αμερικάνικες παραγωγές "Killing Fields" (1984), πολεμικό δράμα που αναφέρεται στη διαφυγή ενός δημοσιογράφου μέσα από την Κοιλάδα του Θανάτου της Καμπότζης, το "Platoon" (1986) και το "Γεννημένος την 4η Ιουλίου" (1989), του Ολιβερ Στόουν, του σκηνοθέτη που υπηρέτησε στο Βιετνάμ και αποτύπωσε σε πολλές του ταινίες με ωμότητα το ψυχογράφημα των πεζοναυτών. Το 1993 ο Τζόζεφ Βιλσμάγιερ, ακολουθώντας το πρότυπο του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, θα παρουσιάσει σε γερμανο-σουηδική παραγωγή το επικό, πανοραμικό, "Στάλινγκραντ", αναβιώνοντας το Ανατολικό Μέτωπο του Χειμώνα του 1942, όπου έγινε η αιματηρότερη μάχη της ιστορίας και χάθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές. Η ταινία εστιάζεται πάνω σε τρεις Γερμανούς στρατιώτες, που υποφέροντας από το σοβιετικό ψύχος και τον τρόμο της μάχης, βλέπουν στο θάνατο τη σωτήρια διαφυγή.
Ο Στ. Σπίλμπεργκ θα δώσει δυο σημαντικές ταινίες με θέμα τον πόλεμο. "Η Λίστα του Σίντλερ" ("Schindler's List", 1993), αντι-πολεμικό, βασισμένο στη βιογραφία του Τόμας Κίνιλι που περιγράφει την ιστορία ενός Γερμανού εργοστασιάρχη, του Οσκαρ Σίντλερ, που έσωσε από τη Γενοκτονία του Β Παγκοσμίου Πολέμου πάνω από χίλιους Εβραιοπολωνούς και "Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν" ("Saving Private Ryan", 1998), φιλμ που θα κλείσει τα Εκατό Χρόνια των Πολεμικών Ταινιών με διλήμματα ηθικών προεκτάσεων, αλλά πάντα με τη στερεότυπη αντίληψη περί του Καλού στρατιώτη και του Κακού αντιπάλου του.
Μέχρι σήμερα παραμένει στην πρώτη θέση παγκοσμίως όσον αφορά το κόστος και τη διάρκεια, το αντι-πολεμικό σοβιετικό έπος "Πόλεμος και Ειρήνη" (1967) του Σεργκέι Μποντάρτζουκ. Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του μεγάλου ειρηνοποιού Τολστόι "Βόινα ι Μιρ", περιγράφει τη μάχη του Μποροντίνο μεταξύ των Γάλλων του Ναπολέοντα και των Ρώσων του Κουρούζοφ, και είχε διάρκεια 6 1/2 ωρών και αξία 425 εκ. δολαρίων με σημερινές τιμές.
Πόλεμος, Τέχνη και Ιστορία
Υπάρχουν βέβαια πάμπολλες ακόμα ταινίες της παλαιότερης και σύγχρονης εποχής, που με τα αντίστοιχα κοινωνικά πρότυπα και τεχνικά μέσα έχουν εκφράσει τον πόλεμο και την εκάστοτε ιδεολογία που οδήγησε σ' αυτόν. Ο κινηματογράφος, δεμένος με τα διπλά δεσμά της κοινωνίας και της τεχνικής στο άρμα της ανθρώπινης έκφρασης, κι αν είναι επιστημονική επινόηση, θεμελιώνεται από την εμπειρική γνώση. Και ο πόλεμος σαν θέμα που απασχολεί την Τέχνη δεν αποτελεί περιπέτεια ψυχαγωγίας - όπως διευκρινίζει και ο Εριχ Μαρία Ρέμαρκ στον πρόλογο του βιβλίου του - που ξετυλίγεται σ' έναν ιδεοληπτικό χώρο, μυθικό, εξω-κοινωνικό και άρα ακίνδυνο. Η ανάγνωση της Ιστορίας μέσα από τη μεγάλη οθόνη, αλλά και το διηνεκές του σύγχρονου επεκτατισμού το αποδεικνύει. Και θα ήταν ενθαρρυντικό για το ανθρώπινο γένος να ενεργοποιεί ο θεατής τις δύο πρωταρχικές βαθμίδες της ανθρώπινης νόησης, τη μνήμη και την κρίση. Τότε θα μπορεί όχι μόνο να "βλέπει", αλλά και να "καταλαβαίνει".

Από όλα τα παραπάνω καταλαβαίνει κανείς νομίζω τον πολύ σημαντικό ρόλο που επιτελεί η τέχνη και ο πολιτισμός σε έναν σύγχρονο κόσμο.Επίσης θεωρώ ότι γίνεται κατανοητό πως η πολιτιστική και πολιτισμική επανάσταση είναι μια απαραίτητη προυπόθεση και ένα κομμάτι μόνο μιας συνολικότερης επανάστασης που πρέπει να επιτύχουμε ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα.Ωστόσο,σήμερα ο καπιταλισμός οδηγεί στην παρακμή του πολιτισμού και σε αυτό πρεπει να αντιταχθούμε με έργα τέχνης που προβάλλουν τον πολιτισμό,τον εξυψώνουν και τον φέρνουν στην πλήρη ακμή του.Αυτά τα έργα είναι παράλληλα και τα μέσα και τα βοηθητικά εργαλεία για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό και εν τέλει στον κομμουνισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου